Η φορολογική πολιτική σε συνθήκες πολεμικής οικονομίας
Σε συνθήκες όπως οι σημερινές, όπου η διεθνής πραγματικότητα καθορίζεται από πολεμικές συγκρούσεις, ενεργειακή αστάθεια και εκρηκτική άνοδο των τιμών σε καύσιμα και πρώτες ύλες, η φορολογική πολιτική ενός κράτους θα όφειλε να προσαρμόζεται αναλόγως. Θα περίμενε κανείς μέτρα που να λαμβάνουν υπόψη τη δραματική επιδείνωση της θέσης των λαϊκών στρωμάτων και να στοχεύουν στην ουσιαστική τους ανακούφιση. Ωστόσο, η σημερινή κυβερνητική πολιτική κινείται σε τελείως αντίθετη κατεύθυνση, αποδεικνύοντας τελικά ότι δεν πρόκειται για αστοχία, αλλά για συνειδητή στρατηγική επιλογή υπέρ των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.
Η περίοδος που διανύουμε είναι περίοδος πολέμου που οδηγεί σε τεράστια ακρίβεια στην ενέργεια, στα καύσιμα και στο σύνολο των βασικών αγαθών. Οι τιμές σε ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και πετρέλαιο έχουν εκτιναχθεί, συμπαρασύροντας το κόστος παραγωγής και διαβίωσης. Οι εργαζόμενοι, οι αγρότες, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ασφυκτική κατάσταση, όπου το εισόδημα εξανεμίζεται πριν καν καλύψει βασικές ανάγκες.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη για μέτρα ουσιαστικής στήριξης είναι προφανής. Μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, δραστική παρέμβαση στις τιμές της ενέργειας, προστασία του εισοδήματος των μικρών επαγγελματιών και των αγροτών. Αυτά θα ήταν τα ελάχιστα που θα μπορούσε να περιμένει κανείς. Αντί αυτών, η κυβέρνηση προχωρά σε παρεμβάσεις που όχι μόνο δεν ανακουφίζουν, αλλά στην πράξη αναπαράγουν και ενισχύουν την ακρίβεια.
Τα λεγόμενα επιδόματα, όπως τα fuel pass, παρουσιάζονται ως μέτρα στήριξης, όμως στην πραγματικότητα λειτουργούν ως μηχανισμοί έμμεσης επιδότησης των υψηλών τιμών. Αντί να μειώνεται το κόστος για τον καταναλωτή, διασφαλίζεται η κερδοφορία των ενεργειακών ομίλων και των εφοπλιστικών συμφερόντων που δραστηριοποιούνται στη μεταφορά καυσίμων. Με τον τρόπο αυτό, το κράτος τα ματωμένα έσοδα από τη φοροληστεία των λαϊκών οικογενειών τα διοχετεύει απευθείας προς το μεγάλο κεφάλαιο.
Το επιχείρημα περί «εισαγόμενης κρίσης» καταρρέει μπροστά στην ίδια την πραγματικότητα. Η κρίση δεν είναι εξωτερικό φαινόμενο που απλώς «εισάγεται», αλλά αποτέλεσμα της ίδιας της λειτουργίας του καπιταλισμού. Η ολοένα και βαθύτερη εμπλοκή της χώρας σε πολεμικούς σχεδιασμούς, με αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων και με τη λειτουργία ξένων στρατιωτικών βάσεων, επιβαρύνει τον λαό με τεράστια κόστη και κινδύνους. Ταυτόχρονα, η συμμετοχή στις κυρώσεις που επιβάλλονται σε βασικούς ενεργειακούς προμηθευτές οδηγεί σε εκτίναξη των τιμών, ιδιαίτερα στο φυσικό αέριο.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η διαχρονική πολιτική της λεγόμενης «πράσινης μετάβασης», η οποία, όπως υλοποιείται, μετατρέπει την ενέργεια σε πανάκριβο εμπόρευμα. Η απολιγνιτοποίηση και η λειτουργία του χρηματιστηρίου ενέργειας δεν έχουν ως γνώμονα την κάλυψη των λαϊκών αναγκών, αλλά τη διασφάλιση υψηλών κερδών για επενδυτικά κεφάλαια και ενεργειακούς ομίλους.
Η πολιτική αυτή δεν είναι ούτε προσωρινή ούτε συγκυριακή. Αποτελεί συνέχεια μιας διαχρονικής κατεύθυνσης, που υπηρετείται τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ενίσχυση των «οικονομιών κλίμακας» σημαίνει στην πράξη συγκέντρωση της παραγωγής και της αγοράς σε λιγότερα, ισχυρότερα χέρια, με ταυτόχρονη συμπίεση και εκτόπιση των μικρών επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολούμενων. Η φορολογική πολιτική λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός αυτής της αναδιανομής, μεταφέροντας βάρη στους πολλούς για να εξασφαλίζονται προνόμια στους λίγους.
Αποδεικνύεται, έτσι, ότι σε συνθήκες «πολεμικής οικονομίας» η φορολογική πολιτική όχι μόνο δεν αλλάζει υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, αλλά γίνεται ακόμη πιο επιθετική σε βάρος τους. Στόχος της παραμένει η μετακύλιση των βαρών κάθε κρίσης στις λαϊκές οικογένειες, ώστε να διατηρείται αλώβητη η κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η μόνη απάντηση από τους εργαζόμενους και τους αυτοαπασχολούμενους είναι ο δρόμος του αγώνα. Απαιτείται άμεση απεμπλοκή της χώρας από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και τους πολέμους, κλείσιμο των ξένων στρατιωτικών βάσεων και επιστροφή όλων των στρατιωτικών δυνάμεων που βρίσκονται εκτός συνόρων. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα συμφέρον να πληρώνουν το τίμημα αυτών των επιλογών.
Παράλληλα, πρέπει να διεκδικήσουμε άμεσα μέτρα ανακούφισης: κατάργηση του ΦΠΑ στα βασικά είδη λαϊκής κατανάλωσης, κατάργηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στην ενέργεια, επιβολή πλαφόν στις τιμές, επαναλειτουργία των λιγνιτικών μονάδων που μπορούν να μειώσουν το κόστος παραγωγής, κατάργηση του χρηματιστηρίου ενέργειας και να μην εφαρμοστούν οι κυρώσεις που εκτινάσσουν το κόστος του φυσικού αερίου. Ταυτόχρονα, απαιτούνται ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς και πλήρης επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ώστε να διασφαλιστεί ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.
Η διέξοδος για τα λαϊκά στρώματα δεν βρίσκεται στην αναμονή, αλλά στη συλλογική διεκδίκηση και την πάλη για την ανατροπή μιας πολιτικής που τα θέλει διαρκώς να πληρώνουν την κρίση.
*Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΛΙΟΝΗΣ είναι μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε.