Τα χειρότερα έπονται
Η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας μετά το Ταμείο Ανάκαμψης δεν μπορεί να εξεταστεί αποσπασματικά ή με αμιγώς εγχώριους όρους. Η Ελλάδα είναι άρρηκτα δεμένη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής όσο και στρατηγικών επιλογών. Επομένως, για να κατανοήσουμε τις εξελίξεις στην Ελλάδα, είναι αναγκαίο να δούμε πρώτα τη συνολική πορεία της ΕΕ και τις κατευθύνσεις που αυτή χαράσσει.
Η ΕΕ τα προηγούμενα χρόνια επιχείρησε να απαντήσει στο πρόβλημα του χαμηλού ποσοστού κέρδους μέσω της πολιτικής της «πράσινης ανάπτυξης». Παρά τους πανηγυρισμούς και τη μαζική διοχέτευση κεφαλαίων, η πράσινη μετάβαση δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τις βαθύτερες αντιφάσεις του συστήματος. Αντίθετα, άρχισαν να εμφανίζονται φαινόμενα υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και στους «πράσινους κλάδους», αποδεικνύοντας ότι ούτε αυτή η στρατηγική μπορούσε να εξασφαλίσει μακροχρόνια κερδοφορία.
Μπροστά σε αυτή τη κατάσταση, η ΕΕ στρέφεται όλο και πιο ανοιχτά προς την πολεμική οικονομία. Η ενίσχυση των στρατιωτικών δαπανών και της πολεμικής βιομηχανίας παρουσιάζεται ως «λύση» για την απορρόφηση λιμναζόντων κεφαλαίων. Η ιστορική πείρα και η θεωρία δείχνουν όμως ότι η πολεμική οικονομία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πραγματικό πρόβλημα, αυτό της υπερσυσσώρευσης. Η κρίση δεν αναιρείται, αλλά μετατίθεται, και η πλήρης εκδήλωσή της συνδέεται τελικά με τον πόλεμο. Ο πόλεμος έρχεται τελικά σαν αποτέλεσμα των ίδιων των αντιφάσεων του καπιταλισμού.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε αντίστοιχη τροχιά. Τα χρόνια μετά την κρίση κατευθύνθηκαν μεγάλα κεφάλαια στην πράσινη ανάπτυξη, και στηρίχθηκαν μεγάλες επενδύσεις στον τουρισμό και στο real estate. Το αποτέλεσμα είναι η συγκέντρωση κεφαλαίου στους κλάδους αυτούς, εντείνοντας φαινόμενα αναρχίας και υπερυρσσώρευσης , ενώ παράγοντες της αγοράς μιλούν ήδη για «φούσκα» για παράδειγμα στο real-estate. Όταν εκδηλωθεί η γενικευμένης κρίση στην ΕΕ, οι επιπτώσεις για την Ελλάδα θα είναι πολύ πιο έντονες. Η εγχώρια οικονομία είναι εξαιρετικά «ανοιχτή» οικονομία, βασισμένη στον τουρισμό, τις μεταφορές και την ενέργεια. Οι τομείς αυτοί θα δεχτούν ισχυρό πλήγμα, με άμεσες συνέπειες τόσο στους «αριθμούς» αλλά κυρίως στα εργατικά λαϊκά δικαιώματα.
Στο πλαίσιο της γενικής στροφής, η Ελλάδα ευθυγραμμίζεται πλήρως με την πολεμική οικονομία της ΕΕ. Υπάρχει μια σημαντική διαφορά: η δυνατότητα της χώρας να συμμετέχει στην παραγωγή πολεμικού εξοπλισμού είναι περιορισμένη, λόγω της αδύναμης σχετικής βιομηχανικής βάσης. Έτσι, η Ελλάδα αναδεικνύεται κυρίως σε χώρα-αγοραστή πολεμικού εξοπλισμού. Φυσικά, η πολεμική οικονομία δεν αφορά αποκλειστικά την παραγωγή όπλων, αλλά αγκαλιάζει ολόκληρη την οικονομία, και για αυτό θα δούμε να εντάσσονται στη πολεμική οικονομία και στις σχετικές επενδύσεις και άλλοι κλάδοι, για να εξυπηρετηθούν οι εγχώριοι όμιλοι.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και με τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur. Η Ελλάδα δεν πρόκειται να εξάγει μηχανήματα στη Λατινική Αμερική, αλλά αντίθετα θα αντικαταστήσει μέρος της εγχώριας παραγωγής των αγροτοκτηνοτρόφων, με εισαγόμενα προϊόντα. Η μη αντιμετώπιση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων θα μπορούσε ακόμα και να αξιοποιηθεί προς αυτή τη κατεύθυνση. Κερδισμένοι θα είναι οι μεγάλοι μεταφορικοί όμιλοι και εμπορικοί όμιλοι, μέσα σε αυτούς και το εφοπλιστικό κεφάλαιο.
Έτσι, το επόμενο διάστημα οι εργαζόμενοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια γενικευμένη κλιμάκωση της επίθεσης στα δικαιώματά τους. Μέσω της συμπίεσης των μισθών, του πληθωρισμού που προκαλεί η επεκτατική διαχείριση και της έντασης της εκμετάλλευσης, ενώ θα κληθούμε να κάνουμε «θυσίες για τον πόλεμο». Οι θυσίες αυτές δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά φτάνουν μέχρι και τη συμμετοχή στα χαρακώματα.
Η νέα περίοδος φέρνει στο προσκήνιο τις εγγενείς και αθεράπευτες αδυναμίες του καπιταλισμού. Αποδεικνύει πως δεν υπάρχει διαχείριση του καπιταλισμού προς όφελος του λαού. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν πλήρως την ανάγκη να κινηθούμε προς την κατεύθυνση ενός ριζικά διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης, του δρόμου ανάπτυξης που προτείνει το ΚΚΕ, του σοσιαλισμού, που θέτοντας τις ανάγκες του εργαζόμενου ως κριτήριο, σταματά τις κρίσεις, τους πολέμους, τη συνεχιζόμενη επίθεση στα δικαιώματα του λαού.
*Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΛΙΟΝΗΣ είναι μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε.